der bruchteil
bruch
bʁʊx
brookh
teil
taɪl
tail

Ορισμός και σημασία του "bruchteil"στα γερμανικά

01

κλάσμα, πολύ μικρό μέρος

Ein sehr kleiner Teil von etwas 
der Bruchteil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bruchteile
γενική πτώση
Bruchteil(e)s
Παραδείγματα
Der Junge hat nur einen Bruchteil der ganzen Geschichte erzählt. 

Το αγόρι είπε μόνο ένα μικρό μέρος ολόκληρης της ιστορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store