Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Brettspiel
[gender: neuter]
01
επιτραπέζιο παιχνίδι, παιχνίδι σε σκακιέρα
Ein Spiel, das auf einem Spielbrett gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Brettspiel(e)s
πληθυντικός τύπος
Brettspiele
Παραδείγματα
Das neue Brettspiel ist spannend und macht viel Spaß.
Το νέο επιτραπέζιο παιχνίδι είναι συναρπαστικό και πολύ διασκεδαστικό.
Λεξικό Δέντρο
brettspiel
brett
spiel



























