der brennpunkt
brenn
ˈbʁɛn
bren
punkt
pʊnkt
poonkt

Ορισμός και σημασία του "brennpunkt"στα γερμανικά

Der Brennpunkt
01

εστιακό σημείο, κέντρο προσοχής

Ein zentraler Punkt, der besondere Aufmerksamkeit oder Bedeutung erhält 
der Brennpunkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Brennpunkte
γενική πτώση
Brennpunkt(e)s
Παραδείγματα
Klimawandel ist der Brennpunkt der aktuellen Debatte. 

Η κλιματική αλλαγή είναι το επίκεντρο της τρέχουσας συζήτησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store