Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Brennpunkt
[gender: masculine]
01
εστιακό σημείο, κέντρο προσοχής
Ein zentraler Punkt, der besondere Aufmerksamkeit oder Bedeutung erhält
Παραδείγματα
Der Skandal wurde zum Brennpunkt der Berichterstattung.
Το σκάνδαλο έγινε το επίκεντρο της κάλυψης των μέσων ενημέρωσης.


























