Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Brennpunkt
01
εστιακό σημείο, κέντρο προσοχής
Ein zentraler Punkt, der besondere Aufmerksamkeit oder Bedeutung erhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Brennpunkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Brennpunkte
Παραδείγματα
Klimawandel ist der Brennpunkt der aktuellen Debatte.
Η κλιματική αλλαγή είναι το επίκεντρο της τρέχουσας συζήτησης.



























