Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bremsen
01
φρενάρω, επιβραδύνω
Geschwindigkeit verringern oder anhalten durch Bremsen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bremse
γ΄ ενικό πρόσωπο
bremst
ενεστώτα μετοχή
bremsend
απλός αόριστος
bremste
παθητική μετοχή
gebremst
Παραδείγματα
Bremsen Sie bitte am Zebrastreifen!
Παρακαλώ φρενάρετε στη διάβαση πεζών !



























