Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bremse
01
φρένο, συσκευή φρεναρίσματος
Ein Teil eines Fahrzeugs, mit dem man langsamer fahren oder anhalten kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Bremsen
γενική πτώση
Bremse
Παραδείγματα
Die Bremse funktioniert nicht richtig.
Το φρένο δεν λειτουργεί σωστά.
LanGeek



























