die breite
breite
bʁaɪ̯tə
braitē
brite

Ορισμός και σημασία του "breite"στα γερμανικά

01

πλάτος, εύρος

Ausdehnung eines Objekts von einer Seite zur anderen 
die Breite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Breiten
γενική πτώση
Breite
Παραδείγματα
Die Breite des Tisches beträgt einen Meter. 

Το πλάτος του τραπεζιού είναι ένα μέτρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store