Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brauchen
01
χρειάζομαι, απαιτώ
Etwas notwendig haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
brauche
γ΄ ενικό πρόσωπο
braucht
ενεστώτα μετοχή
brauchend
απλός αόριστος
brauchte
παθητική μετοχή
gebraucht
Παραδείγματα
Er braucht einen Computer.
Αυτός χρειάζεται έναν υπολογιστή.
02
πρέπει, χρειάζομαι
Etwas unbedingt tun müssen
Παραδείγματα
Sie braucht nicht so früh aufzustehen.
Δεν χρειάζεται να ξυπνήσει τόσο νωρίς.



























