der braten
braten
bʁa:tng
bratng
brauenbrütenberaten

Ορισμός και σημασία του "braten"στα γερμανικά

01

ψητό, κομμάτι κρέατος που έχει ψηθεί

Stück Fleisch, das gebraten wurde 
der Braten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bratens
πληθυντικός τύπος
Braten
Παραδείγματα
Zum Mittag gibt es Braten mit Kartoffeln. 

Για το μεσημεριανό γεύμα υπάρχει ψητό με πατάτες.

braten
01

τηγανίζω, σουτάρω

In Fett oder Öl heiß machen 
braten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
brate
γ΄ ενικό πρόσωπο
brät
ενεστώτα μετοχή
bratend
απλός αόριστος
briet
παθητική μετοχή
gebraten
Παραδείγματα
Ich brate das Fleisch in der Pfanne. 

Εγώ τηγανίζω το κρέας στο τηγάνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store