Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blühen
01
ανθίζω, ανθώ
Mit Blüten bedecken oder Blüten treiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
blüht
ενεστώτα μετοχή
blühend
απλός αόριστος
blühte
παθητική μετοχή
geblüht
Παραδείγματα
Alles blüht nach dem Regen.
Όλα ανθίζουν μετά τη βροχή.



























