blühen
Pronunciation
/ˈblyːən/

Ορισμός και σημασία του "blühen"στα γερμανικά

blühen
01

ανθίζω, ανθώ

Mit Blüten bedecken oder Blüten treiben
blühen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
blüht
ενεστώτα μετοχή
blühend
απλός αόριστος
blühte
παθητική μετοχή
geblüht
Παραδείγματα
Alles blüht nach dem Regen.
Όλα ανθίζουν μετά τη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store