blühen
blühen
bly:ɐn
blyn

Ορισμός και σημασία του "blühen"στα γερμανικά

blühen
01

ανθίζω, ανθώ

Mit Blüten bedecken oder Blüten treiben 
blühen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
blüht
ενεστώτα μετοχή
blühend
απλός αόριστος
blühte
παθητική μετοχή
geblüht
Παραδείγματα
Die Rosen blühen im Frühling. 

Τα τριαντάφυλλα ανθίζουν την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store