bitten
bi
ˈbɪ
bi
tten
tən
tēn
bettenbieten

Ορισμός και σημασία του "bitten"στα γερμανικά

bitten
01

παρακαλώ, ικετεύω

Jemanden höflich auffordern, etwas zu tun 
bitten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bitte
γ΄ ενικό πρόσωπο
bittet
ενεστώτα μετοχή
bittend
απλός αόριστος
bat
παθητική μετοχή
gebeten
Παραδείγματα
Ich bitte dich um Hilfe. 

Σου ζητώ βοήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store