Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bitten
01
παρακαλώ, ικετεύω
Jemanden höflich auffordern, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bitte
γ΄ ενικό πρόσωπο
bittet
ενεστώτα μετοχή
bittend
απλός αόριστος
bat
παθητική μετοχή
gebeten
Παραδείγματα
Wir bitten um Ruhe.
Ζητάμε ησυχία.



























