Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Billett
01
εισιτήριο, κάρτα
Ein Papier oder eine Karte, die zum Einlass oder zur Fahrt berechtigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Billett(e)s
πληθυντικός τύπος
Billette
Παραδείγματα
Das Billett gilt nur für eine Fahrt.
Το εισιτήριο ισχύει μόνο για ένα ταξίδι.



























