Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bildschirm
01
οθόνη, οθόνη υπολογιστή
Gerät zum Anzeigen von Bildern oder Text
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bildschirm(e)s
πληθυντικός τύπος
Bildschirme
Παραδείγματα
Der Fernseher hat einen großen Bildschirm.
Η τηλεόραση έχει μια μεγάλη οθόνη.
Λεξικό Δέντρο
bildschirm
bild
schirm



























