Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bildhauer
01
γλύπτης, αγαλματοποιός
Ein Künstler, der Skulpturen oder Plastiken aus Materialien wie Stein, Holz oder Metall erschafft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bildhauers
πληθυντικός τύπος
Bildhauer
Παραδείγματα
Michelangelo war ein berühmter italienischer Bildhauer.
Ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν ένας διάσημος Ιταλός γλύπτης.



























