der bikini
bi
bi
ki
ˈki:
ki
ni
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "bikini"στα γερμανικά

01

μπικίνι

Ein zweiteiliges Badebekleidungsstück für Frauen, bestehend aus Oberteil und Unterteil 
der Bikini definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bikinis
πληθυντικός τύπος
Bikinis
Παραδείγματα
Sie trägt einen roten Bikini am Strand. 

Φοράει ένα κόκκινο μπικίνι στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store