bezweifeln
bez
ˈbəts
μπατσ
weifeln
vaɪ̯fln
βαιφλν

Ορισμός και σημασία του "bezweifeln"στα γερμανικά

bezweifeln
01

αμφιβάλλω, αμφισβητώ

Nicht sicher sein oder an etwas nicht glauben 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
βασικό ρήμα
zweifeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bezweifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bezweifelt
ενεστώτα μετοχή
bezweifelnd
απλός αόριστος
bezweifelte
παθητική μετοχή
bezweifelt
Παραδείγματα
Ich bezweifle seine Ehrlichkeit. 

Αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store