der bezug
be
zug
ˈtsu:k
tsook

Ορισμός και σημασία του "bezug"στα γερμανικά

01

σχέση, σύνδεση

Die wechselseitige Abhängigkeit oder logische Verknüpfung zwischen Personen, Dingen oder Konzepten 
der Bezug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bezüge
γενική πτώση
Bezug(e)s
Παραδείγματα
Sein Erfolg steht in direktem Bezug zu seiner harten Arbeit. 

Η επιτυχία του βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη σκληρή δουλειά του.

02

αναφορά, παραπομπή

Die explizite Verweisung auf eine Quelle, Autorität oder einen Kontext 
der Bezug definition and meaning
Παραδείγματα
Der Autor nimmt Bezug auf eine Studie aus dem Jahr 2020. 

Ο συγγραφέας αναφέρεται σε μια μελέτη του 2020.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store