Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bezug
01
σχέση, σύνδεση
Die wechselseitige Abhängigkeit oder logische Verknüpfung zwischen Personen, Dingen oder Konzepten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bezug(e)s
πληθυντικός τύπος
Bezüge
Παραδείγματα
Sein Erfolg steht in direktem Bezug zu seiner harten Arbeit.
Η επιτυχία του βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη σκληρή δουλειά του.
02
αναφορά, παραπομπή
Die explizite Verweisung auf eine Quelle, Autorität oder einen Kontext
Παραδείγματα
Der Autor nimmt Bezug auf eine Studie aus dem Jahr 2020.
Ο συγγραφέας αναφέρεται σε μια μελέτη του 2020.



























