Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bezeichnen
[past form: bezeichnete]
01
περιγράφω, χαρακτηρίζω
Eine charakteristische Eigenschaft beschreiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bezeichne
γ΄ ενικό πρόσωπο
bezeichnet
ενεστώτα μετοχή
bezeichnend
απλός αόριστος
bezeichnete
παθητική μετοχή
bezeichnet
Παραδείγματα
Die Medien bezeichneten den Vorfall als Skandal.
Τα μέσα ενημέρωσης χαρακτήρισαν το περιστατικό ως σκάνδαλο.



























