Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betrügen
01
εξαπατώ, απατώ
Jemanden absichtlich täuschen, um einen Vorteil zu erlangen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
trügen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betrüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
betrügt
ενεστώτα μετοχή
betrügend
απλός αόριστος
betrog
παθητική μετοχή
betrogen
Παραδείγματα
Er betrog die Prüfungskommission.
Αυτός εξαπάτησε την εξεταστική επιτροπή.
02
απατώ, είμαι άπιστος
Untreu sein, besonders in einer Beziehung
Παραδείγματα
Nachdem sie ihn betrogen hatte, trennten sie sich.
Αφού τον προδώσει, χώρισαν.



























