beträchtlich
bet
ˈbət
bēt
rächt
ʁɛçt
recht
lich
lɪç
lich
geschlechtlichrechtlichnächtlichge­schlecht­lich

Ορισμός και σημασία του "beträchtlich"στα γερμανικά

beträchtlich
01

σημαντικός, αξιοσημείωτος

In auffallend großem Ausmaß 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am beträchtlichsten
συγκριτικός βαθμός
beträchtlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ausmaß, Quantität, Wert
Παραδείγματα
Die beträchtlichen Investitionen in erneuerbare Energien zahlen sich nun aus. 

Οι σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποδίδουν πλέον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store