beträchtlich
Pronunciation
/bəˈtʁɛçtlɪç/

Ορισμός και σημασία του "beträchtlich"στα γερμανικά

beträchtlich
01

σημαντικός, αξιοσημείωτος

In auffallend großem Ausmaß
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am beträchtlichsten
συγκριτικός βαθμός
beträchtlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Es herrscht beträchtliches Interesse an nachhaltigen Lebensmitteln.
Υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον για τα βιώσιμα τρόφιμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store