Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beträchtlich
01
σημαντικός, αξιοσημείωτος
In auffallend großem Ausmaß
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am beträchtlichsten
συγκριτικός βαθμός
beträchtlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die beträchtlichen Investitionen in erneuerbare Energien zahlen sich nun aus.
Οι σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποδίδουν πλέον.



























