Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betroffen
01
επηρεασμένος, σχετικός
Personen, Gruppen oder Institutionen, die direkt von einer Entscheidung, Maßnahme oder Situation beteiligt oder beeinflusst werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die betroffenen Firmen klagten vor Gericht.
Οι σχετικές εταιρείες μήνυσαν στο δικαστήριο.



























