Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betreffen
01
für jemanden oder etwas gelten oder sich darauf beziehen , -
γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
betraf
παθητική μετοχή
betroffen
Παραδείγματα
Die neue Regel betrifft alle Mitarbeiter.



























