besprechen
besp
ˈbəʃp
μπασπ
rechen
ʁɛçn
ρεχν
bestechenbesprühen

Ορισμός και σημασία του "besprechen"στα γερμανικά

besprechen
01

συζητώ, διαβουλεύομαι

Gemeinsam über ein Thema reden oder es diskutieren 
besprechen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
sprechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bespreche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bespricht
ενεστώτα μετοχή
besprechend
απλός αόριστος
besprach
παθητική μετοχή
besprochen
Παραδείγματα
Wir müssen das Problem noch besprechen. 

Πρέπει ακόμα να συζητήσουμε το πρόβλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store