Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschäftigen
[past form: beschäftigte]
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemandem regelmäßig Arbeit oder eine sinnvolle Aufgabe geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschäftige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschäftigt
ενεστώτα μετοχή
beschäftigend
απλός αόριστος
beschäftigte
παθητική μετοχή
beschäftigt
Παραδείγματα
Wir beschäftigen viele junge Leute bei uns im Büro.
Προσλαμβάνουμε πολλούς νέους στο γραφείο μας.
02
απασχολώ, ασχολούμαι
Etwas tun oder sich intensiv mit etwas befassen
Παραδείγματα
Kinder sollten sich auch alleine beschäftigen können.
Τα παιδιά πρέπει επίσης να μπορούν να ασχολούνται μόνα τους.



























