Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschäftigen
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
Jemandem regelmäßig Arbeit oder eine sinnvolle Aufgabe geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschäftige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschäftigt
ενεστώτα μετοχή
beschäftigend
απλός αόριστος
beschäftigte
παθητική μετοχή
beschäftigt
Παραδείγματα
Die Firma beschäftigt 300 Mitarbeiter.
Η εταιρεία απασχολεί 300 υπαλλήλους.
02
απασχολώ, ασχολούμαι
Etwas tun oder sich intensiv mit etwas befassen
Παραδείγματα
Ich beschäftige mich gerade mit Deutschlernen.
Ασχολούμαι τώρα με τη μάθηση των γερμανικών.



























