Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beschuldigen
[past form: beschuldigte]
01
κατηγορώ, ενοχοποιώ
Jemanden für etwas verantwortlich machen oder anklagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beschuldige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beschuldigt
ενεστώτα μετοχή
beschuldigend
απλός αόριστος
beschuldigte
παθητική μετοχή
beschuldigt
Παραδείγματα
Er wurde fälschlicherweise beschuldigt.
Κατηγορήθηκε εσφαλμένα.



























