die Bescheidenheit
Pronunciation
/bəˈʃaɪ̯dn̩haɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "bescheidenheit"στα γερμανικά

Die Bescheidenheit
01

ταπεινότητα, μετριοφροσύνη

Die Eigenschaft, bescheiden und zurückhaltend zu sein
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bescheidenheit
Παραδείγματα
Bescheidenheit bedeutet, nicht zu prahlen.
Η ταπεινότητα σημαίνει να μην καυχιέσαι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store