berufsmäßig
be
ruf
ˈʁu:f
roof
smä
smɛ:
sme
ßig
sɪk
sik

Ορισμός και σημασία του "berufsmäßig"στα γερμανικά

berufsmäßig
01

επαγγελματικός, κατά επάγγελμα

related to one's profession or done in a professional capacity 
berufsmäßig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Arbeit, Tätigkeit, Qualifikation
Παραδείγματα
Er ist berufsmäßig als Berater tätig. 

Εργάζεται επαγγελματικά ως σύμβουλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store