bergsteigen
bergsteigen
bɛʁkʃtaɪ̯gng
berkshtaigng
besteigen

Ορισμός και σημασία του "bergsteigen"στα γερμανικά

bergsteigen
01

να σκαρφαλώνω βουνά, να κάνω ορειβασία

Auf Berge klettern, oft als Sport oder Abenteuer 
bergsteigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bergsteige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bergsteigt
ενεστώτα μετοχή
bergsteigend
απλός αόριστος
bergstieg
παθητική μετοχή
bergstiegen
Παραδείγματα
Wir gehen im Sommer in den Alpen bergsteigen. 

Πηγαίνουμε σε ορειβασία στις Άλπεις το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store