bergsteigen
Pronunciation
/bˈɛɾkstaɪɡən/

Ορισμός και σημασία του "bergsteigen"στα γερμανικά

bergsteigen
01

να σκαρφαλώνω βουνά, να κάνω ορειβασία

Auf Berge klettern, oft als Sport oder Abenteuer
bergsteigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bergsteige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bergsteigt
ενεστώτα μετοχή
bergsteigend
απλός αόριστος
bergstieg
παθητική μετοχή
bergstiegen
Παραδείγματα
Bergsteigen ist anstrengend, aber macht viel Spaß.
Το ορειβασία είναι κουραστική, αλλά πολύ διασκεδαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store