Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bergmann
01
ορυχείο, εργάτης ορυχείου
Person, die im Bergbau arbeitet, besonders im Kohlenabbau
Παραδείγματα
Der Bergmann muss in schwierigen und gefährlichen Bedingungen arbeiten.
Ο ανθρακωρύχος πρέπει να εργάζεται σε δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες.
02
بِرگ مان (نام خانوادگی)



























