Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemalen
01
ζωγραφίζω, χρωματίζω
Eine Fläche oder einen Gegenstand mit Farben oder Mustern gestalten, indem man darauf malt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
malen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bemale
γ΄ ενικό πρόσωπο
bemalt
ενεστώτα μετοχή
bemalend
απλός αόριστος
bemalte
παθητική μετοχή
bemalt
Παραδείγματα
Sie bemalte die Wand mit einem Blumenmuster.
Εκείνη ζωγράφισε τον τοίχο με ένα λουλουδένιο σχέδιο.



























