Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Belustigung
01
ψυχαγωγία, διασκέδαση
ein Gefühl der Freude, das durch etwas Amüsantes oder Unterhaltsames ausgelöst wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Belustigung
Παραδείγματα
Das Spiel bringt Belustigung.
Το παιχνίδι φέρνει διασκέδαση.



























