bellen
Pronunciation
/ˈbɛlən/

Ορισμός και σημασία του "bellen"στα γερμανικά

bellen
[past form: bellte]
01

γαβγίζω, αλυχτώ

Laut bellen, wie Hunde
bellen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
belle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bellt
ενεστώτα μετοχή
bellend
απλός αόριστος
bellte
παθητική μετοχή
gebellt
Παραδείγματα
Der Hund bellt, um seine Familie zu schützen.
Ο σκύλος γαβγίζει για να προστατεύσει την οικογένειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store