bekräftigen
bek
ˈbək
bēk
räf
ʁɛf
ref
tigen
tɪgn
tign
beschäftigen

Ορισμός και σημασία του "bekräftigen"στα γερμανικά

bekräftigen
01

επιβεβαιώνω, ενισχύω

Etwas nochmals bestätigen oder stärken 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bekräftige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bekräftigt
ενεστώτα μετοχή
bekräftigend
απλός αόριστος
bekräftigte
παθητική μετοχή
bekräftigt
Παραδείγματα
Er bekräftigt seine Aussage vor Gericht. 

Αυτός επιβεβαιώνει τη δήλωσή του στο δικαστήριο.

02

επιβεβαιώνω, ενισχύω

etwas deutlich bestätigen, stärken oder ausdrücklich unterstützen 
Παραδείγματα
Der Minister bekräftigte seine Unterstützung für den Plan. 

Ο υπουργός επιβεβαίωσε την υποστήριξή του για το σχέδιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store