Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bekräftigen
01
επιβεβαιώνω, ενισχύω
Etwas nochmals bestätigen oder stärken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bekräftige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bekräftigt
ενεστώτα μετοχή
bekräftigend
απλός αόριστος
bekräftigte
παθητική μετοχή
bekräftigt
Παραδείγματα
Er bekräftigt seine Aussage vor Gericht.
Αυτός επιβεβαιώνει τη δήλωσή του στο δικαστήριο.
02
επιβεβαιώνω, ενισχύω
etwas deutlich bestätigen, stärken oder ausdrücklich unterstützen
Παραδείγματα
Der Minister bekräftigte seine Unterstützung für den Plan.
Ο υπουργός επιβεβαίωσε την υποστήριξή του για το σχέδιο.



























