Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bekräftigen
01
επιβεβαιώνω, ενισχύω
Etwas nochmals bestätigen oder stärken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bekräftige
γ΄ ενικό πρόσωπο
bekräftigt
ενεστώτα μετοχή
bekräftigend
απλός αόριστος
bekräftigte
παθητική μετοχή
bekräftigt
Παραδείγματα
Der Bericht bekräftigt die Ergebnisse der Studie.
Η έκθεση επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα της μελέτης.
02
επιβεβαιώνω, ενισχύω
etwas deutlich bestätigen, stärken oder ausdrücklich unterstützen
Παραδείγματα
Mit dieser Erklärung bekräftigte sie ihre Haltung.
Με αυτή τη δήλωση, επιβεβαίωσε τη θέση της.



























