Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beiläufig
01
τυχαίος, αδιάφορος
Nebenbei gemacht werden, ohne besondere Absicht oder Betonung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am beiläufigsten
συγκριτικός βαθμός
beiläufiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er stellte eine beiläufige Frage nach ihren Plänen.
Έκανε μια τυχαία ερώτηση για τα σχέδιά της.



























