beachten
Pronunciation
/bəˈʔaχtn̩/

Ορισμός και σημασία του "beachten"στα γερμανικά

beachten
01

παρατηρώ, τηρώ

Etwas bewusst wahrnehmen oder sich an Regeln halten
beachten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
achten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beachtet
ενεστώτα μετοχή
beachtend
απλός αόριστος
beachtete
παθητική μετοχή
beachtet
Παραδείγματα
Beachten Sie, dass der Laden heute früher schließt.
Σημειώστε ότι το κατάστημα κλείνει νωρίτερα σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store