Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beachten
01
παρατηρώ, τηρώ
Etwas bewusst wahrnehmen oder sich an Regeln halten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
achten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
beachtet
ενεστώτα μετοχή
beachtend
απλός αόριστος
beachtete
παθητική μετοχή
beachtet
Παραδείγματα
Beachten Sie, dass der Laden heute früher schließt.
Σημειώστε ότι το κατάστημα κλείνει νωρίτερα σήμερα.



























