die baustelle
bau
baʊ
baw
ste
ʃtɛ
shte
lle
bankstellebagatelle

Ορισμός και σημασία του "baustelle"στα γερμανικά

01

εργοτάξιο, χώρος κατασκευής

Ein Ort, an dem gebaut, renoviert oder repariert wird 
die Baustelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Baustellen
γενική πτώση
Baustelle
Παραδείγματα
Auf der Baustelle wird ein neues Haus gebaut. 

Στο εργοτάξιο, χτίζεται ένα νέο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baustelle

bau

+

stelle

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store