Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bauernhof
01
αγρόκτημα, φάρμα
Ein Ort, an dem Menschen Landwirtschaft betreiben und Tiere halten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bauernhof(e)s
πληθυντικός τύπος
Bauernhöfe
Παραδείγματα
Die Kinder besuchen den Bauernhof.
Τα παιδιά επισκέπτονται το αγρόκτημα.



























