die batterie
ba
ba
ba
tte
ˈte:
te
rie
ʁi:
ri
bakterie

Ορισμός και σημασία του "batterie"στα γερμανικά

01

μπαταρία, στοιχείο

Ein Gerät, das chemische Energie in elektrische Energie umwandelt 
die Batterie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Batterien
γενική πτώση
Batterie
Παραδείγματα
Die Batterie ist leer. 

Η μπαταρία είναι άδεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store