Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Basketball
[gender: masculine]
01
μπάσκετ
Ein Spiel, bei dem zwei Mannschaften versuchen, den Ball in den Korb zu werfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Basketball(e)s
πληθυντικός τύπος
Basketbälle
Παραδείγματα
Basketball erfordert Teamarbeit und Schnelligkeit.
Μπάσκετ απαιτεί ομαδικό πνεύμα και ταχύτητα.
02
μπάλα μπάσκετ
Ein Ball, der für das Spiel Basketball verwendet wird
Παραδείγματα
Der Basketball ist sehr schwer.
Το μπάσκετ είναι πολύ βαρύ.



























