der bann
bann
ban
ban
mannwanndanndaran

Ορισμός και σημασία του "bann"στα γερμανικά

01

ξόρκι, μάγια

Eine magische Kraft oder Zauber, der etwas beeinflusst oder festhält 
der Bann definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bannes
πληθυντικός τύπος
Banne
Παραδείγματα
Der Zauberer legte einen Bann über das Schloss. 

Ο μάγος έριξε μια κατάρα στο κάστρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store