Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Banker
01
τραπεζίτης, χρηματοδότης
eine Person, die im Bankwesen arbeitet, insbesondere in leitender oder beratender Position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Banker
αρσενικό ενικό
Banker
θηλυκό ενικό
Bankerin
neutral form
Bankangestellte(r)
γενική πτώση
Bankers
Παραδείγματα
Der Banker beriet seine Kunden in allen Fragen zur Geldanlage.
Ο τραπεζίτης συμβούλευε τους πελάτες του σε όλα τα θέματα σχετικά με τις επενδύσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
banker
bank



























