das Ballett
Pronunciation
/baˈlɛt/

Ορισμός και σημασία του "ballett"στα γερμανικά

01

μπαλέτο, κλασικός χορός

Eine künstlerische Tanzaufführung, die oft eine Geschichte mit Musik und Tanz erzählt
das Ballett definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ballett(e)s
πληθυντικός τύπος
Ballette
Παραδείγματα
Er besucht eine Ballettschule, um besser zu tanzen.
Παρακολουθεί μια σχολή μπαλέτου για να χορέψει καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store