der ball
ball
bal
bal
fallallknallstall

Ορισμός και σημασία του "ball"στα γερμανικά

01

μπάλα, σφαίρα

Ein rundes Spielgerät, das man werfen, kicken oder rollen kann 
der Ball definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bälle
γενική πτώση
Ball(e)s
Παραδείγματα
Die Kinder spielen mit dem Ball im Garten. 

Τα παιδιά παίζουν με την μπάλα στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store