Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bahnsteig
01
πλατφόρμα, αποβάθρα
Erhöhter Bereich am Bahnhof, wo Passagiere in den Zug ein- oder aussteigen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bahnsteig(e)s
πληθυντικός τύπος
Bahnsteige
Παραδείγματα
Der Zug hält am Bahnsteig 3.
Το τρένο σταματά στον αποβάθρα 3.



























