der bahnsteig
bahnsteig
ba:nʃtaɪ̯k
banshtaik

Ορισμός και σημασία του "bahnsteig"στα γερμανικά

01

πλατφόρμα, αποβάθρα

Erhöhter Bereich am Bahnhof, wo Passagiere in den Zug ein- oder aussteigen 
der Bahnsteig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bahnsteige
γενική πτώση
Bahnsteig(e)s
Παραδείγματα
Der Zug hält am Bahnsteig 3. 

Το τρένο σταματά στον αποβάθρα 3.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store