der bahnhof
bahn
ˈba:n
μπαν
hof
ho:f
χοφ
Bf.
Bhf.

Ορισμός και σημασία του "bahnhof"στα γερμανικά

01

σιδηροδρομικός σταθμός, σταθμός

Ein Ort, an dem Züge halten und Menschen ein- oder aussteigen 
der Bahnhof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bahnhöfe
γενική πτώση
Bahnhof(e)s
Παραδείγματα
Der Bahnhof ist sehr groß. 

Ο σταθμός είναι πολύ μεγάλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bahnhof

bahn

+

hof

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store