Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Backofen
01
φούρνος, κουζίνα
Ein elektrisches oder gasbetriebenes Gerät in der Küche, das zum Backen, Braten oder Aufwärmen von Speisen verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Backöfen
γενική πτώση
Backofens
Παραδείγματα
Der Kuchen ist im Backofen.
Το κέικ είναι στον φούρνο.
LanGeek



























