Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
außergerichtlich
01
εκτός δικαστηρίου, χωρίς συμμετοχή δικαστηρίου
Ohne Beteiligung eines Gerichts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die außergerichtliche Einigung war für beide Seiten fair.
Η εκδικαστική συμφωνία ήταν δίκαιη και για τις δύο πλευρές.



























