außergerichtlich
Pronunciation
/ˈaʊ̯sɐɡəˌʁɪçtlɪç/

Ορισμός και σημασία του "außergerichtlich"στα γερμανικά

außergerichtlich
01

εκτός δικαστηρίου, χωρίς συμμετοχή δικαστηρίου

Ohne Beteiligung eines Gerichts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die außergerichtliche Einigung war für beide Seiten fair.
Η εκδικαστική συμφωνία ήταν δίκαιη και για τις δύο πλευρές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store