Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Außenseite
01
äußere Seite oder nach außen sichtbare Fläche von etwas , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Außenseite
πληθυντικός τύπος
Außenseiten
Παραδείγματα
Die Außenseite des Gebäudes wurde vollständig renoviert.
Λεξικό Δέντρο
außenseite
außen
seite



























