Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Außenhandel
[gender: masculine]
01
εξωτερικό εμπόριο, διεθνές εμπόριο
Der Austausch von Waren und Dienstleistungen zwischen einem Land und anderen Ländern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Außenhandels
Παραδείγματα
Die Krise hat den Außenhandel stark beeinträchtigt.
Η κρίση επηρέασε σοβαρά το εξωτερικό εμπόριο.
Λεξικό Δέντρο
außenhandel
außen
handel



























