Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
automatisch
01
αυτόματος, αυτόματος
Etwas, das von selbst oder durch eine Maschine funktioniert
Παραδείγματα
Er hat eine automatische Armbanduhr.
Έχει ένα αυτόματο ρολόι χεριού.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αυτόματος, αυτόματος