der automat
automat
aʊ̯toma:t
awtomat

Ορισμός και σημασία του "automat"στα γερμανικά

01

μηχανή αυτόματης πώλησης, αυτόματο

Ein Gerät, das Waren oder Dienstleistungen ohne menschliche Bedienung anbietet 
der Automat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Automaten
γενική πτώση
Automaten
Παραδείγματα
Ich kaufe Getränke aus dem Automaten. 

Αγοράζω ποτά από το αυτόματο μηχάνημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store